εἴδωλον

εἴδωλον
εἴδωλον
1 image ζωὸν δ' ἔτι λείπεται αἰῶνος εἴδωλον· τὸ γάρ ἐστι μόνον ἐκ θεῶν fr. 131b. 2.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • εἴδωλον — phantom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλοιο — εἴδωλον phantom neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλοις — εἴδωλον phantom neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλοισι — εἴδωλον phantom neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλοισιν — εἴδωλον phantom neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλου — εἴδωλον phantom neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλων — εἴδωλον phantom neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰδώλῳ — εἴδωλον phantom neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴδωλα — εἴδωλον phantom neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • είδωλο — Ομοίωμα θεότητας, το οποίο γίνεται αντικείμενο λατρείας. Στην ιστορία των θρησκειών ο όρος αυτός προσέλαβε ιδιαίτερη σημασία για να υποδηλώσει τα λατρευτικά αντικείμενα κάθε πολυθεϊστικής θρησκείας. Η έννοια αυτή, που αργότερα έγινε παραδεκτή και …   Dictionary of Greek

  • идол — божок, кумир; болван, дурак [бран.] ; идолище чудовище (часто в народн. творчестве), блр. iдол дьявол , др. русск., ст. слав. идолъ εἴδωλον (Супр.). Из греч. εἴδωλον; см. Фасмер, Гр. сл. эт. 65. Из идолище произошло Одолище, возм., под влиянием… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”